Amity ...ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ    

                                                                                                                                 

 ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ  ΜΟΥΣΙΚΑ  ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ     ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ    ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ    
    Home page      Forums
                                                                                                                Ιούλιος  2006  (Ξανθός Ιππότης) 
                                                                                                                                                                                           

          America, America 

                                                                                                                             

 

 

Σκηνοθεσία: Elia kazan                                

Παίζουν: Stathis Giallelis, Frank Wolff, Elena Karam, Lou Antonio, John Marley, Estelle Hemsley, Katharine Balfour, Harry Davis, Robert H. Harris, Gregory Rozakis, Paul Mann, Linda Marsh, Dimos Starenios


«Το όνομά μου είναι Ηλίας Καζάν. Είμαι Έλληνας από αίμα, Τούρκος από γέννα και Αμερικανός, γιατί ο θείος μου έκανε ένα ταξίδι. Αυτή η ιστορία έφτασε σε μένα από διηγήσεις των γηραιότερων της οικογένειας. Θυμούνται την Ανατολία, το μεγάλο οροπέδιο που απλώνεται η Τουρκία και η Ασία. Και θυμούνται το βουνό Ερτζιγάν που υψώνεται στην πεδιάδα...» Mε  αυτά τα λόγια μας εισάγει ο Καζάν στην ταινία, η οποία είναι βασισμένη στο βιβλίο του "Anatolian Smile", όπου εξιστορεί τη θρυλική περιπέτεια του θείου του, μέχρι που έφτασε στην Αμερική.  Εξιστορώντας και περιγράφοντας, στην ουσία, τον σχεδόν ανεξήγητο -στα όρια της μεταφυσικής- πόθο αναρίθμητων ανθρώπων, του προηγούμενου και του προπροηγούμενου αιώνα (πολλοί εκ των οποίων είναι ίσως και πρόγονοί μας) να μεταβούν σε έναν αληθινά Νέο Κόσμο, που τα νέα από αυτόν ακούγονταν μακρινά, συγκεχυμένα και για τούτο παραμυθένια...

   
Κάτι που επέτρεπε στην Αμερική να γίνει ένα αδιαφιλονίκητο και ιερό σύμβολο, ντυμένο με την αχλή της ελπίδας εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών για μια νέα, αξιοπρεπέστερη και γεμάτη ευκαιρίες ζωή... Για ένα νέο ξεκίνημα...
             Με αυτό το όνειρο τρέφεται και ο ήρωας της ταινίας. Ο σιωπηλός και μυστηριώδης Σταύρος Τοπούζογλου, μόνο σκοπό της ζωής του έχει τάξει αυτό το ταξίδι. Η πίστη του στο ταξίδι αυτό, υπερκαλύπτει κάθε άλλη πτυχή και συμβάν της ζωής του. Αυτή είναι και η ακράδαντη βεβαιότητα που μεταγγίζει στο θεατή αυτή η ταινία. Ο Σταύρος δεν επενδύει, ουσιαστικά, σε όνειρα για μια μελλοντική, ευτυχισμένη απαραίτητα, ζωή που θα του εξασφαλίσει η Αμερική. Στην ταινία δεν ακούγονται ποτέ τα όνειρά του... τι, επιτέλους, περιμένει από τη μετανάστευση σε αυτή την άγνωστη χώρα. Είναι αυτή η απροσδιόριστη, άλλα ακλόνητη πίστη του που τον ζωογονεί και τον ατσαλώνει. Είναι αυτή η καλά κρυμμένη από όλους πίστη, που τον κάνει να συγκατατεθεί στην απόφαση των γονιών του να τον στείλουν από την υποβαθμισμένη μακρινή Ανατολία, στην  Κωνσταντινούπολη, ως παραγιό στο κατάστημα χαλιών του εξαδέλφου του. Γιατί ξέρει πως από εκεί ξεκινάει το καράβι για τον «τρισευλογημένο» τόπο. Φτάνοντας εκεί, μετά από ένα, το λιγότερο, περιπετειώδες ταξίδι, ανακαλύπτει τα απογοητευτικά κεσάτια της δουλειάς του εξαδέλφου του, που, σίγουρα, δεν μπορούν να του υποσχεθούν άμεσα την απόκτηση των 110 τουρκικών λιρών, για την αγορά του εισιτηρίου της τρίτης θέσης για την Αμερική. Απελπισμένος και φλεγόμενος από το όνειρό του, αποφασίζει να γίνει χαμάλης δουλεύοντας όσες περισσότερες ώρες μπορεί και μη χαλώντας ούτε μία λίρα, τρώγοντας από τα αποφάγιά του τραπεζιού του Σουλτάνου, που κάθε μέρα πετάνε οι υπηρέτες στα σκουπίδια. Έτσι, μετά από 9 μήνες έχει μαζέψει το απελπιστικό ποσό των 7 λιρών, που ακόμα κι αυτό κλέβεται από μια πόρνη. Ανείπωτα καταρρακωμένος αποφασίζει να ενδώσει στη συμβουλή του εξαδέλφου του, για έναν πλούσιο γάμο με την δύσμορφη κόρη, ενός από τους μεγαλύτερους εμπόρους χαλιών στην Κωνσταντινούπολη, του Αλέκου Σινίκογλου. Η πρόσφορά του μέλλοντα πεθερού του για την προίκα της κόρης του είναι 500 λίρες. Ο Σταύρος Τοπούζογλου αρνείται αυτό το ποσό. Μπορεί να μαντέψει κανείς την αντιπρότασή του: 110 λίρες... Η ερμηνεία για αυτό, θα μπορούσε να είναι διττή. Αφ' ενός, επιρρώνεται η θέση, ότι αποκλειστική εμμονή του Σταύρου είναι η άφιξη στην Αμερική κι όχι το μετά. Το μετά αποτελεί, ίσως, μέρος ενός άλλου σχεδίου, ενός άλλου ονείρου. Το φθάσιμο εκεί είναι ο προορισμός του. Αφ' εταίρου, διαισθάνεται κανείς, πως ο Σταύρος δεν θέλει να εκμεταλλευτεί την εμπιστοσύνη της οικογένειας Σινίκογλου και κυρίως την αγνή αγάπη της, έχουσας «σμικρόν άνθος» ευμορφίας, άλλα ξέχειλη καλοσύνης καρδιά, Δόμνας, κόρης του Αλέκου Σινίκογλου. Για τούτο, έμπλεος Ερινυών, της αποκαλύπτει ότι θα την εγκαταλείψει, κι ότι γι' αυτό, πρέπει να τον ξεχάσει. Γιατί εκείνος, δεν πρόκειται ποτέ να απαρνηθεί το όνειρό του, παρ' όλο το χρυσό, ξένοιαστο, νοικοκυρίστικο και σίγουρο μέλλον που του υπόσχεται ο πατέρας της. Το όνειρο πλησιάζει την πραγματοποίησή του. Ο Σταύρος καταφέρνει να αγοράσει το εισιτήριο. Καταφέρνει μετά από πολλές περιπέτειες να εξασφαλίσει τη σίγουρη διαμονή του στην Αμερική, χωρίς το φόβο της αποπομπής του και της αναγκαστικής επιστροφής στην Τουρκία, κρινόμενος ως ακατάλληλος για την απόκτηση της αμερικανικής υπηκοότητας, από τους υπαλλήλους του Long Island. Καταφέρνει τέλος να αντικρίσει την πρώτη άχνα στεριάς της πολυπόθητης χώρας και τα πρώτα φώτα της- να πατήσει το πόδι του σε αυτήν και να φιλήσει το έδαφός της. Κι εκεί αρχίζει μια νέα ζωή, γινόμενος ένας νέος άνθρωπος. Σύμβολο της αναγέννησης, το ψαθάκι -σήμα κατατεθέν για τους αμερικάνους των αρχών του 20ου αιώνα- το οποίο περήφανος φοράει. Σύμβολο, πραγματικά, του πόθου για ενσωμάτωση στο δυσθεώρητο Λεβιάθαν της αμερικανικής κοινωνίας.  

 

 
                       
                

          Αυτή είναι, εν ολίγοις, και η πλοκή της ταινίας του 1964, που ο ίδιος ο Ηλίας Καζάν, χαρακτήρισε ως αγαπημένη του- παρ' όλα αυτά αμφιλεγόμενη από πολλές πλευρές, άλλα, ορισμένως, κι από τον ίδιο. Αμφιλεγόμενη, πρώτα και κύρια εμπορικά, αφού στις Η.Π.Α. τουλάχιστον, δεν κατάφερε να συμπληρώσει τον κατάλληλο αριθμό εισιτηρίων που θα την χαρακτήριζαν επιτυχημένη. Στην Ευρώπη αντίθετα, η ταινία είχε θερμότερη υποδοχή από το κοινό. Αμφιλεγόμενη όμως και από την κριτική, η οποία διχάστηκε, με ένα μέρος να υποστηρίζει την εξ ολοκλήρου αριστουργηματική υφή της ταινίας κι ένα άλλο -μη αμφισβητώντας βεβαίως το ταλέντο του Καζάν- να εντοπίζει σοβαρές αδυναμίες, λάθη και κενά. 

Εξετάζοντας τα επιχειρήματα της δεύτερης μερίδας των κριτικών, πρέπει να ομολογήσουμε αρχικά, ότι, η ταινία, διάρκειας τριών ωρών, μπορεί να χαρακτηριστεί φλύαρη. Η αιτία που δεν γίνεται ανυπόφορη οφείλεται πάντα στη μαεστρία του Καζάν. Δεύτερη αδυναμία είναι η άνευρη κι επίπεδη σε πολλά σημεία, υποκριτική ικανότητα του πρωταγωνιστή Στάθη Γιαλλελή. Εδώ πρέπει να σταθούμε για να αποκαλυφθεί το υπόβαθρο της επιλογής του συγκεκριμένου πρωταγωνιστή, άλλα και η ιδιαίτερη σχέση του σκηνοθέτη Καζάν με τους ηθοποιούς. Αν ο Καζάν έχει χαρακτηριστεί ως ο «δημιουργός ηθοποιών», εδώ δικαιώνεται απόλυτα. Ο ίδιος ανακάλυψε το Στάθη Γιαλλελή σε κάποιο αθηναϊκό γραφείο κινηματογραφικών παραγωγών, να σκουπίζει πατώματα, όπως αναφέρει ο «θρύλος». Εύπλαστο υλικό στα έμπειρα χέρια του Καζάν, κατάφερε (ίσως μετά βίας) να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της ταινίας, διαθέτοντας ως αναμφισβήτητο ατού τη φωτογένεια του παιδικού προσώπου του και το ηδύ, αθώο του χαμόγελο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Καζάν είχε κάνει κάτι ανάλογο. Ο Μπράντο κι ο Ντην, παλαιότερα, παρά την υποκριτική δεινότητα που οι ίδιοι διέθεταν, έγιναν στις ταινίες του Καζάν απόλυτα δικά του «εργαλεία» και ταυτόχρονα δημιουργήματα. Μια τρίτη «αδυναμία» που, σίγουρα, δεν οφείλεται στον  Καζάν, είναι ότι προσπαθεί να μετέλθει κινηματογραφικών μέσων έκφρασης, άγνωστων και πρωτόγνωρων για την εποχή, φτάνοντας τα όποια μέσα διέθετε τότε, στα όριά τους. Πράγμα όμως που φανερώνει ακριβώς, αυτήν την περατότητα και για τούτο «αδυνατίζει» και την ταινία. Ο Καζάν διαπιστώνοντας αυτά κι ίσως και περισσότερα μειονεκτήματα της ταινίας, είχε απογοητευτεί και την είχε αφήσει στα τελικά της στάδια. Όπως ο ίδιος έλεγε, το τελευταίο 5% της δουλειάς μιας ταινίας είναι συχνά η διαφορά ανάμεσα στην επιτυχία ή στην αποτυχία της. Σε αυτό ακριβώς το κρίσιμο σημείο, ήρθε η θερμή παρότρυνση και η αμέριστη συμπαράσταση του Μάνου Χατζηδάκι, όπως μαρτυρεί στην αυτοβιογραφία του "A life" (1988), που τον ενθάρρυνε  και τον έπεισε να την αποπερατώσει.

            H ταινία αυτή όμως, έχει πολλές και σημαντικές αρετές που την κάνουν σίγουρα ένα αριστούργημα. Πρώτα απ' όλα, σύσσωμη η κριτική συμφώνησε ότι το έργο αυτό του Καζάν ήταν κάτι τελείως ξεχωριστό, που δεν είχε σχέση με ό,τι είχε κάνει μέχρι τότε. Πράγματι, η ταινία γυρίστηκε σε, ως επί το πλείστον, φυσικά τοπία της Ελλάδας και (κυρίως) της Τουρκίας, σε συνθήκες μη ευνοϊκές, έχοντας ως αποτέλεσμα, να γίνει σε πολλά σημεία επική... Έπειτα, ο Καζάν καταφέρνει κάτι μοναδικό, που αναδεικνύει τη μεγαλοφυΐα του. Επιτυγχάνει να συζεύξει τον απόλυτα ονειρικό κόσμο του κινηματογράφου -που αποτελεί, βεβαίως, & την πεμπτουσία του- φτάνοντας σε σημεία απογειωμένης χάρης & λυρισμού, που μόνο, ίσως, σε ταινίες του Φελλίνι μπορούμε να συναντήσουμε, με τον αυστηρά αφηγηματικό και σφικτοδεμένο χαρακτήρα ταινιών με θεατρικό υπόβαθρο, όπως εκείνων του Βισκόντι ή όπως εκείνων που ίδιος μας προσέφερε με το «Λεωφορείον ο Πόθος», επί παραδείγματι. Βέβαια, εξ αιτίας της αδυναμίας του σεναρίου, δεν μπορούμε να ξεκλέψουμε καμία δυνατή ατάκα, όπως επανειλημμένα μπορεί να συμβεί στο έργο του Williams. Για τούτο και πάντα κυριαρχούν οι εικόνες και το βαθύ συναισθηματικό παίξιμο των ηθοποιών. Αλλά το μεγαλύτερο και αναμφισβήτητο θέλγητρο της ταινίας είναι αυτή η τελειομανία του Καζάν, που αντικατοπτρίζεται στα πάντα. Από τα έμψυχα ως τα άψυχα όντα... Όσον αφορά τους ηθοποιούς, ποιος μπορεί να μη θαυμάσει τον πληθωρικότατο Paul Mann, παραπάνω από άψογο στο χαρακτήρα του Αλέκου Σινίκογλου ? Τη ζορμπάδικη φιγούρα του John Marley, ως επαναστάτη, αρχηγού των χαμάληδων, προστάτη, συμβούλου και τίμιου φίλου του Σταύρου ? Ακόμα και μικρότερες -κι ίσως ασήμαντες- ερμηνείες στην ταινία, γίνονται μέσα από την καταπληκτική τέχνη του Καζάν, να αλιεύει ό,τι πολυτιμότερο από τους ηθοποιούς, απολαυστικές. Ακόμα όμως κι οι αναρίθμητοι κομπάρσοι, δεν είναι τυχαία επιλεγμένοι από τον Καζάν. Στις σκηνές που εμφανίζονται ως «φόντο» σχεδόν, για να πλαισιώσουν τους πρωταγωνιστές, ή στις σκηνές που η κάμερα κεντράρει για δευτερόλεπτα πάνω τους, το μάτι σκαλώνει σε αυτούς. Δεν μπορεί να μην τους περιεργαστεί. Είναι πράγματι, ένας κι ένας. Αλήθεια, ίσως μόνο στον Καζάν οι κομπάρσοι γίνονται πρωταγωνιστές! Η τελειομανία του Καζάν όμως, αφορά και τους χώρους και κυρίως τα ντεκόρ. Πουθενά δεν απαντάται προχειρότητα. Πουθενά χοντροκοπιά. Όλα μα όλα, είναι λεπτομερώς προσεγμένα κι αυτό γίνεται άμεσα αντιληπτό, ακόμα και υπό το ασπρόμαυρο χρώμα της ταινίας.

            Τέλος δεν θα πρέπει να λησμονηθεί ο εκθειασμός της σπουδαίας μουσικής του Μάνου Χατζηδάκι, που αγκαλιάζει την ταινία, δίνοντάς της το απαραίτητο άρωμα και χρώμα, που την προωθούν ακόμα περισσότερο. Σε ανυποψίαστα σημεία, παρά ταύτα, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη μια ελαφρά ανεξαρτησία της μουσικής από την ταινία. Κάτι βεβαίως, που ούτε κατ' υπόθεσιν,  μειώνει αυτήν ή πολύ περισσότερο τη μουσική. Στις περγαμηνές της ταινίας, ανήκει -κι είναι σοβαρή παράλειψη αν δεν αναφερθεί- το βραβείο Όσκαρ που κέρδισε ο Gene Callahan για την καλλιτεχνική διεύθυνσή της. Η ταινία -και φυσικά δε χρειάζεται να το πούμε εμείς- ανήκει στο πάνθεον των ταινιών της αμερικάνικης παραγωγής και στις κλασικές του παγκόσμιου κινηματογράφου, όσο κι αν έχει, δυστυχώς πρέπει να ομολογήσουμε, ξεχαστεί. Είναι σίγουρα ένα αριστούργημα. Και τα αριστουργήματα δεν μπορούν να επισκιασθούν από τις τυχόν ατέλειές τους, που υπάρχουν, ίσως, μόνο και μόνο για να τα αναδεικνύουν ως τέτοια. 

 

                                                                                           #  Ξανθός Ιππότης  #    

 

 

 

 
   

Copyright © 2005   www.amity.gr   All rights reserved