Amity...ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ 

                                                                                                                                 

 ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ  ΜΟΥΣΙΚΑ  ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ     ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ    ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ    
    Home page        Forums
                                                                              

                 Ιούλιος 2007 (Vermint)                                                                                                          

 

      "ΞΥΠΟΛΗΤΟ ΤΑΓΜΑ"  

 

 

 

 

    Αρχιζε με τα πρώτα μπουγέλα, πριν ακόμα τελειώσουν τα μαθήματα και με την κοπάνα της τελευταίας Παρασκευής, για το πρώτο μπάνιο στη Ραφήνα. Αρχιζε με την πρώτη φέτα το πεπόνι ή το καρπούζι και με τα πρώτα μυρμήγκια στον μαρμάρινο πάγκο της κουζίνας γύρω απ' την ξεχασμένη φλούδα, που έκαναν τις μανάδες να ωρύονται κραδαίνοντας το αεροζόλ. Αρχιζε με το πρώτο φιδάκι στη βεράντα και το κατέβασμα του ανεμιστήρα απ' το πατάρι. Αρχιζε με την πρώτη ρουφηξιά παγωμένου φραπέ ή γρανίτας φράουλα, στην πρώτη εξόρμηση σε κάποιο θερινό σινεμά. Προπάντων όμως, το καλοκαίρι μας άρχιζε, στοιβάζοντας τα στενά και χοντρά ρούχα στη ντουλάπα κι αφήνοντας σε μια γωνιά τα κλειστά παπούτσια, για να τριγυρίσουμε, επιτέλους, ξυπόλητοι. Το πρώτο δημιούργημα του ανθρώπινου πολιτισμού, έμπαινε για λίγο στ' αζήτητα για να ξανανιώσουμε τη φύση και τον κόσμο ανυπόδητοι, όπως ακριβώς τον παραλάβαμε. Η αίσθηση του κρύου μωσαϊκού, του νωπού χώματος, της καυτής ασφάλτου κι αργότερα στην εξοχή, η αίσθηση των μικρών κυμάτων να γλείφουν τα βότσαλα και τις γυμνές μας πατούσες και της καυτής άμμου να μας κάνει αναστενάρηδες μέχρι να φτάσουμε στο νερό, ήταν πάντα εκείνη που σηματοδοτούσε το πέρασμα από τη μια εποχή στην άλλη... η πρώτη, η μεγαλύτερη και η μοναδική ανέξοδη απόλαυση.  

"Ξυπόλητο τάγμα"... έτσι μας αποκαλούσε η μάνα μου, μισή κι άλλοτε ολόκληρη ντουζίνα πιτσιρίκια, ξαδέρφια και γειτονάκια, στο Πόρτο-Ράφτη που παραθερίζαμε. Συγκεντρωνόμασταν πότε έξω απ' το σπίτι του ενός και πότε του άλλου κι αρχίζαμε την πεζοπορία, πάνω στις σαγιονάρες από καουτσούκ και με την πετσέτα παραμάσχαλα. Ένα μαγιό και σε κάποιες περιπτώσεις ένα κομμένο τζιν κι ένα ψαλιδισμένο μακό φανελάκι η όλη μας εξάρτηση κι αυτά τα πετάγαμε στην άμμο για να μπούμε τρεχάλα στη θάλασσα. Ούτε ψάθες, ούτε στρώματα, ούτε ξαπλώστρες, ούτε ομπρέλες ήθελε να ξέρει η λαχτάρα μας. Κολυμπούσαμε για ώρες, επινοούσαμε παιχνίδια, νέες μεθόδους για πατητές, νέες τεχνικές για τούμπες και υποβρύχιο ψάρεμα. Ανεβαίναμε στις αγκυροβολημένες βάρκες και κάναμε διαγωνισμό βουτιάς... όχι ποιος θα κάνει την καλύτερη, αλλά ποιος θα πετάξει περισσότερο νερό ή ποιος θα σκάσει στο κύμα με περισσότερο θόρυβο και βραβεύαμε τον "ΜΙΣΤΕΡ ΠΛΑΤΣ" μ' ένα μπουκάλι γκαζόζα ή μια μπύρα το απόγευμα. Κάποτε ξανοιγόμασταν ίσαμε το νησάκι και σκαρφαλώναμε στα βράχια. Ήξερα να βουτάω με το κεφάλι κι ήμουν περήφανη που το μάθαινα και στους υπόλοιπους. Όπως ήμουν περήφανη για τα ζωγραφιστά μου βότσαλα και τα κοσμήματα από κοχύλια κι αστερίες, περασμένα σε πετονιά, που δώριζα στους φίλους του χειμώνα, όταν ξαναβρισκόμασταν το Σεπτέμβρη στο προαύλιο του σχολείου και βάζαμε δίπλα δίπλα τα μπράτσα μας, για να δούμε ποιος μαύρισε περισσότερο. Κάθε φθινόπωρο επιστρέφαμε μαυροτσούκαλοι και ξεφλουδισμένοι, αδυνατισμένοι, ψηλότεροι και πάντα με άμμο στις τσέπες... σημάδι πως περάσαμε το καλύτερο καλοκαίρι της ζωής μας. Και μα την πίστη μου, ήταν... όλα τους ! Γιατί τίποτα δεν ξαναήρθε, αλλά και τίποτα δεν ξεχάστηκε. Τώρα ο ήλιος δεν αντέχεται και το μαύρισμα απαγορεύεται δια ροπάλου. Κι ούτε λόγος να ξεκινήσει κανείς με τα πόδια, για να πάει για μπάνιο δυο χιλιόμετρα μακριά. Κι ύστερα, γιατί να πας με τα πόδια άμα διαθέτεις όχημα... όλα μια ιδέα είναι και στην εποχή της κινητής τηλεφωνίας, οι ιδέες και οι προτάσεις ανταλλάσσονται ταχύτατα. Αντε να δούμε ... "Να περάσω να σας πάρω για μπανάκι, όπως παλιά ?" ... στάλθηκε με SMS η μοιραία ερώτηση. Όρεξη που την έχω!... μόνο εγώ όμως, απ' ότι φαίνεται. Ο ένας δεν έρχεται γιατί βαρέθηκε, λέει, το τρε μπανάλ Πόρτο-Ράφτη... προτιμάει Κουφονήσια, Παξούς, άντε στη χειρότερη να χτυπήσει μια Μύκονο. Τον άλλο τον πέτυχα στο γραφείο να χτυπάει υπερωρίες, ενόψει της άδειας του Αυγούστου, που θα φύγει για Μαλδίβες με τη σύζυγο. Την ξαδέρφη μου την πέτυχα να παίρνει ήδη το μπάνιο της στην πισίνα πολυτελούς ξενοδοχείου, δυο βήματα απ' τα βραχάκια που κάναμε βουτιές. Η άλλη ξαδέρφη δε φεύγει για διακοπές, αν δε σηκώσει πρώτα τη μισή Ερμού κι ολόκληρο το Hondos. Η τρίτη δεν ξεκινάει, λέει, για μπάνιο αν δεν έχει κάνει πρώτα ένα μήνα εντατικά προγράμματα αδυνατίσματος, σολάριουμ, κούρα ενυδάτωσης, αποτρίχωση, απολέπιση... απογοήτευση. Πως γίναμ' έτσι ρε γαμώτο ? Χάσαμε το μέτρο και το πάθος ? Χάσαμε την ικανότητα της ηθικής αποτίμησης των πράξεών μας... Χάσαμε την αθωότητά μας... Κάποτε φέρναμε τη θάλασσα στο σπίτι, βρεγμένοι ως το κόκαλο και μες στο αλάτι όλη μέρα. Τώρα κουβαλάμε σχεδόν ολόκληρο το σπίτι στη θάλασσα, για ένα μπάνιο μιας ώρας. Στρώματα, καρέκλες, τραπεζάκια, ομπρέλες, καπέλα, γυαλιά, μια δεύτερη πετσέτα, ένα δεύτερο ζευγάρι παπούτσια, ένα δεύτερο μαγιό, ένα τρίτο σάντουιτς για τη λιγούρα, κινητά, λάπ-τοπ, βιβλία, περιοδικά, μπάλες, ρακέτες, κουβαδάκια, μπουκάλια με εμφιαλωμένο νερό, μπουκαλάκια με λοσιόν για μετά το μαύρισμα, για πριν το μαύρισμα, για βαθύ μαύρισμα, για καθόλου μαύρισμα, για μαύρισμα χωρίς ήλιο, για τα μαλλιά, για το πρόσωπο, για τα μάτια, για τα φρύδια... πασαρέλα κανονική κάνουν τα χίλια δυο συμπράγκαλα, μέχρι ν' αράξουν στο τετραγωνικό μέτρο της παραλίας που τους αναλογεί. Χώρια που τα μισά θα μείνουν εκεί και για τους επόμενους και ποιος ξέρει για πόσες γενεές επόμενων. Υπάρχουν άραγε ακόμα "ξυπόλητα τάγματα" ή είναι όλα καλοβαλμένα, καλοντυμένα και καλοποδημένα, με τις σινιέ ταμπελίτσες που τους επιτρέπουν τα διακοποδάνεια των γονιών τους ? Σίγουρα κάπου θα υπάρχουν κι ίσως απλά δεν τα βλέπουμε, πίσω απ' τα μαύρα γυαλιά της δικής μας ενηλικίωσης. Γιατί, κακά τα ψέματα, το δικό μας "Ξυπόλητο τάγμα" αποστρατεύτηκε δόξη και τιμή κι εγώ, γραφικότερη κι απ' τον τσολιά στο Σύνταγμα, παριστάνω τον "Ήρωα με τις παντούφλες" και μαζεύω κοχύλια, να τα περάσω σε πετονιά και να τα χαρίσω... σε ποιόν, αλήθεια ? Δεν έχει σημασία... ποτέ δεν είχε άλλωστε. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να νιώθει εκείνος καλά και να κάνει όμορφο το δικό του κόσμο.    

      14/07/07  

    Και πάνω εκεί που έλεγα να τελειώνω με το παραλήρημα της νοσταλγίας μου, μαθαίνω για τη φωτιά στον Aγιο Σπυρίδωνα... εκεί που κολυμπούσα την προηγούμενη μέρα... εκεί που θέλω να κολυμπώ και κάθε αύριο. Οδηγώντας στον ίδιο, γνωστό μου δρόμο, αλλά έχοντας στο μυαλό μου τις εικόνες απ' την πυρκαγιά, όπως τις μετέδιδαν τα δελτία ειδήσεων, έβλεπα ένα εντελώς άγνωστο τοπίο. Όπως συμβαίνει να συνεχίζει να οδηγεί κανείς προσεκτικότερα και πιο σιγά, όταν έχει μόλις περάσει από σημείο σοβαρού τροχαίου ατυχήματος, έτσι ένιωσα να γίνομαι πιο παρατηρητική και να καταλαβαίνω γιατί έγινε ό,τι έγινε. Περιφράξαμε τον κόσμο μας σε δέκα μέτρα γης... "όσο πιάνει ένα σπίτι και ο τοίχος μιας αυλής", αντί να κάνουμε κόσμο μας, όσο πιάνει το μάτι μας κι η ψυχή μας και να νοιαστούμε γι αυτόν, όπως νοιαζόμαστε για τον κήπο μας. Ο νεοέλληνας καθαρίζει την ιδιοκτησία του, σπρώχνοντας τα σκουπίδια του στην ιδιοκτησία του διπλανού, που κι αυτός με τη σειρά του, θα καθαρίσει τη δικιά του σπρώχνοντάς τα στον παραδιπλανό. Κάποτε οι ιδιόκτητες εκτάσεις τελειώνουν... σ' ένα ρέμα, σε μια παραλία, σ' ένα δασάκι. Σ' ένα κόσμο που οι περισσότεροι δεν θα πρέπει να τον θεωρούν δικό τους, αν κρίνω απ' την εικόνα που έχω μπροστά μου. Τόνοι μπάζα και σκουπίδια... απομεινάρια πολιτισμού, σε απερίφρακτα κομμάτια γης, πλάι σε ξερά από την παρατεταμένη ανομβρία χορτάρια, που κανένας, ούτε καν οι δημοτικοί και κοινοτικοί φορείς, δε θεωρεί υποχρεωμένο τον εαυτό του να καθαρίσει. Αν κάνεις το λάθος να ρωτήσεις "Γιατί δεν καθαρίζονται όλες αυτές οι εκτάσεις?" θα πάρεις απαντήσεις του τύπου "Δεν είναι αρμοδιότητά μας το κάθε οικόπεδο, εμείς μαζεύουμε ό,τι βρίσκεται μέσα στους ειδικούς κάδους", "Δεν έχουμε αρκετούς υπαλλήλους καθαριότητας και απορριμματοφόρα, για να καλύψουμε τις αυξημένες ανάγκες της θερινής περιόδου", "Και να τα μαζέψουμε, δεν έχουμε που να τα πάμε" ... Το χρονικό μιας προαναγγελθήσας καταστροφής... ένα αναμμένο τσιγάρο και μπραφ... δε θέλει πολύ να γίνουν όλα στάχτη. Κι ας λένε κάποιοι ότι, υπό κανονικές συνθήκες, ένα τσιγάρο δε μπορεί να λαμπαδιάσει το δασάκι... ένα στα χίλια, υπό συνθήκες κάθε άλλο παρά κανονικές, θα την κάνει τη ζημιά. Όπως θα την κάνει και η μια στις χίλιες ψησταριές, που στήνονται τα Σαββατοκύριακα για να λιγδώσουμε το άντερό μας με το πατροπαράδοτο παϊδάκι, η μια στις χίλιες (απαραίτητες δε λέω, αλλά όχι μες το κατακαλόκαιρο και χωρίς τις στοιχειώδεις προφυλάξεις) εργασίες κατασκευής και συντήρησης του εξοχικού μας. Όχι, δεν είμαστε όλοι εμπρηστές... δεν πουλήσαμε όλοι την αθωότητά μας με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της ένοχης υλικής ευδαιμονίας... δεν κατονομάζω τους πάντες ως υπεύθυνους, γιατί πολύ απλά, η ευθύνη όταν είναι συνολική γίνεται απρόσωπη κι είναι σαν να μην την έχει κανένας. Ένας στους χίλιους από μας όμως, θα την κάνει τη ζημιά... και το έγκλημα δε θα 'ναι εξ αμελείας. Ακόμα κι αν δεν κατονομαστεί, ακόμα κι αν δεν τιμωρηθεί γι αυτό, το έγκλημα δεν παραγράφεται. Καταγράφεται στο τοπίο και στη συνείδησή μας... έστω και σε μια στις χίλιες συνειδήσεις. Εκτός πια, αν όλοι μας την έχουμε τσιμεντώσει κι αυτή, μαζί με το τοπίο. Η λογική του "τσιμέντο να γίνει", συνώνυμη της νοοτροπίας του "ωχ αδερφέ", έκανε την Αθήνα την τσιμεντούπολη απ' την οποία όλοι προσπαθούν να ξεφύγουν σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο. Το τσιμέντο και η λογική του, μεταφέρεται με κάθε μέσο σε άλλους προορισμούς, κατακλύζοντας ό,τι έχει απομείνει. Το τσιμέντο κι η λογική του, δε λαμπαδιάζει, δεν αναπνέει, δε νιώθει, δε νοιάζεται, δε λυπάται και το κυριότερο, δεν κινδυνεύει να γίνει κάτι χειρότερο απ' αυτό που είναι... παγωμένο και νεκρό ήδη, δεν κινδυνεύει να λαμπαδιάσει και να πεθάνει. Όλα τσιμέντο λοιπόν, μήπως και ησυχάσετε... εμπρός, τι κάθεστε ? Ορίστε, εκεί ψηλά μια τελευταία κορφή πρασινίζει... μια στις χίλιες. Κάψτε την, μπαζώστε, περιφράξτε, χτίστε, τσιμεντώστε, τελειώσατε... αν προλαβαίνετε. Γιατί πίσω μας έρχονται τα παιδιά μας, που ακόμα κι αν καταφέρουμε να χωρέσουμε τα πόδια τους στα παπούτσια μας, ένα στα χίλια θα τα πετάξει στην άκρη όταν δε θα βλέπουμε, όντας χωμένοι στην τσιμεντένια ματαιοδοξία μας και ξυπόλητο θα νιώσει τι θα πει τσιμέντο και τι χώμα, τι θάλασσα και τι πισίνα, τι δάσος και τι στάχτη. Θα νιώσει πως, ό,τι τελειώνει πεθαίνει κι ό,τι πεθαίνει, μπορεί να μην κινδυνεύει να γίνει χειρότερο, ταυτόχρονα όμως, δε μπορεί ποτέ να γίνει και καλύτερο. Ένα στα χίλια δεν θα εξελιχθεί σε ενήλικα που φορτώνει την ενοχή του στις πλάτες χιλίων αθώων... και χίλιοι αθώοι δεν είναι πιθανότητα, αλλά δυνατότητα που την έχουμε όλοι, φτάνει να πιστέψουμε πως είναι στο χέρι μας και να μην αφήσουμε το φυσικό κόσμο, που είναι κόσμος μας, να υπάρχει από καθαρή τύχη, αλλά να υπάρχει χάρις σ' εμάς.     

      18/07/07

 

                                                                    # Vermint #                                                                                                                              

  

 

 
 

Copyright © 2005   www.amity.gr   All rights reserved