|
||||||||||||||
| ||||||||||||||
| ||||||||||||||
|
Μάρτιος 2007 ( Vermint )
| ||||||||||||||
|
EDITH PIAF
Μπορεί αργότερα, "φτασμένη καλλιτέχνις" πια, να τραγούδησε τη δυστυχία, είχε όμως βαθιά μέσα της ένα διαβολεμένο κέφι, μια φοβερή επιθυμία να κάνει πλάκες, ανοησίες, τρέλες, όλα όσα δεν έκανε όταν ήταν παιδί, τότε που έβγαινε στη γύρα με τον πατέρα της κι επειδή δεν της άρεσε να ζητιανεύει, τραγουδούσε τη Μασσαλιώτιδα, το μόνο τραγούδι που ήξερε. Έδινε τη φωνή της και σε αντάλλαγμα, οι περαστικοί της έριχναν σεντίμια στο καπέλο. Κάποτε που έτυχε να βγει μόνη της για δουλειά, μάζεψε περισσότερα χρήματα τραγουδώντας, απ’ όσα μάζευε ο πατέρας της με τα ακροβατικά του. Αυτό ήταν... εκείνη τη μέρα, ανακάλυψε τη φωνή της, όπως άλλοι έφηβοι ανακαλύπτουν ξαφνικά την ομορφιά της ηλικίας τους. Ανακάλυψε την εξουσία που ασκούσε στους άλλους, μόνο με την παρουσία της και τη φωνή της, αλλά και τον ίλιγγο της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, που δεν έπαψε ποτέ να την συνεπαίρνει. Η Έντιθ αγαπούσε τη νύχτα... τη μέρα τη φοβόταν. Κατέβαινε με τα πόδια απ' την Πιγκάλ, στα Ηλύσια Πεδία. Τραγουδούσε στους κινηματογράφους και στους λαϊκούς χορούς, προτιμούσε όμως πάντα τους δρόμους. Αγαπούσε το πεζοδρόμιο, όπως άλλοι αγαπούν τα λουλούδια, τη θάλασσα ή τα ζώα. Το Παρίσι ήταν ένα με τη σάρκα της... η μεγάλη της αγάπη. Αυτό και τα... "μορτάκια" του. Όταν τραγουδούσε, έκανε τους άντρες ν' ανατριχιάζουν, να ριγούν, τους ράγιζε την καρδιά. Αμέσως μετά όμως, με τον παρορμητισμό και το φλογερό της ταμπεραμέντο, με την ερωτική βουλιμία της κι αυτήν την χωρίς όρια γενναιοδωρία της, γινόταν αυταρχική, τους "ευνούχιζε" και τους έκανε να τη διώχνουν κακήν κακώς. Τη θάμπωναν οι "προστάτες των κοριτσιών"... οι νταβατζήδες των μπορντέλων της Μονμάρτης. Τους ύμνησε στα τραγούδια της, "τραβιόταν" μαζί τους και τους πλήρωνε, δίνοντάς τους ποσοστά από τα τραγούδια της, ποτέ όμως δεν βγήκε στο πεζοδρόμιο για να κάνει κάτι άλλο από το να τραγουδήσει. Έτρεχε πάντα πίσω από αυτούς που δεν την ήθελαν κι εκείνοι, τη λάτρευαν και τη χλεύαζαν μαζί, σ' ένα φρενιασμένο, κωμικοτραγικό γαϊτανάκι, όμοιο με τις ιστορίες πάθους που περιέγραφαν οι στίχοι των τραγουδιών της... λέγεται μάλιστα, ότι ζητούσε από τους εραστές της να την δέρνουν, για να ζει το δράμα των αισθηματικών ιστοριών που τραγουδούσε, στο πετσί της. Τη συγκινούσαν οι πουτάνες και τα καθημερινά δράματά τους... τις συμπονούσε, ένιωθε οίκτο γι αυτές (ήταν οι μόνες γυναίκες που αγάπησε και θέλησε να βοηθήσει, όταν άρχισε να κερδίζει πολλά χρήματα) κι απ' την άλλη ταυτιζόταν μαζί τους. Όπως και να το κάνουμε, μια πόρνη, βρίσκεται ένα σκαλί παραπάνω από ένα αλητάκι, στην πολύπλοκη ιεραρχία του υποκόσμου... αυτές είχαν τουλάχιστον μια στέγη πάνω απ' το κεφάλι τους κι έναν άντρα (τουλάχιστον), στο κρεβάτι τους... εκείνη, ούτε καν κρεβάτι. Αυτές οι γυναίκες, ήταν η μοναδική απόλαυση, το μεγαλύτερο δώρο των στρατιωτών, των οποίων τις θυσίες, η Έντιθ εκτιμούσε βαθιά. Στην μετέπειτα καριέρα της, το πολιτικό τραγούδι ήταν ανύπαρκτο (με εξαίρεση ίσως, το La carmagnole, που τραγούδησε σε μια ταινία του Σασά Γκιτρύ). Στις συναυλίες όμως, που έδινε στους στρατώνες, για να εμψυχώσει τους αγαπημένους της φαντάρους, της άρεσε να τραγουδά τη ζωή των ναυτικών και των πολεμιστών του Ναπολέοντα. Γλεντούσε με τους ναύτες και τους φαντάρους, στα καμπαρέ που σύχναζαν κι εργάτες ανθρακωρύχοι. Τραγουδούσε την επανάσταση κι έψελνε με πάθος, ανεβασμένη στα τραπέζια τους, τη Διεθνή. Το πάθος σε ό,τι κι αν έκανε, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της. Με το ίδιο πάθος, αγάπησε και τους καλλιτέχνες μουσικούς, ποιητές, συγγραφείς, ζωγράφους. Ρουφούσε τη γνώση, όπως ένα άγραφο χαρτί το μελάνι. Από τον καθένα τους, έπαιρνε και κάτι ξεχωριστό, κάτι καινούριο γι αυτήν. Ό,τι μάθαινε, το μετουσίωνε σε σ' έναν κόσμο, που τον έφτιαχνε απ' την αρχή. Κάθε που ερωτευόταν, ξαναγεννιόταν... βαριόταν όμως τόσο εύκολα. Σ' αυτό τουλάχιστον ήταν σταθερή. Και σ' ένα ακόμα... πίσω από το ενδιαφέρον της για οτιδήποτε, κρυβόταν πάντα ένας άντρας. Πίστευε πως είχε πολύ κακό χαρακτήρα, γι αυτό και φοβόταν τόσο πολύ να μένει μόνη μαζί του. Από τους εραστές της ζητούσε συμπαράσταση, για να ξεφύγει απ' τους δρόμους και να ζήσει μια ζωή ευτυχισμένη και "ρόδινη" κοντά τους. Ορκιζόταν πως μπορούσε ν' αντισταθεί στις προκλήσεις και στα λάθη της. Υποσχόταν με ευκολία αιώνια πίστη, αλλά με την ίδια ευκολία, έπεφτε στην αγκαλιά του επόμενου που θα της γυάλιζε...
Mais oui ! Regarde-moi ! A chaque fois j'y crois Et j'y croirai toujours... Ça sert à ça, l'amour ! Mais toi, t'es le dernier, Mais toi, t'es le premier ! Avant toi, 'y avait rien, Avec toi je suis bien ! C'est toi que je voulais, C'est toi qu'il me fallait ! Toi qui j'aimerai toujours... Ça sert à ça, l'amour ! [video] Αν η Πιάφ λάθεψε συχνά στις επιλογές της στην προσωπική της ζωή, στον επαγγελματικό τομέα, λειτουργούσε το αλάθητο ένστικτό της, που ήξερε πάντα να βρίσκει τους κατάλληλους συνεργάτες. Το ίδιο ένστικτο, παρόλα αυτά, την οδηγούσε στο να τους εγκαταλείπει, όταν ένιωθε την ανάγκη να ανανεωθεί. Την κάθε εγκατάλειψη πάλι, ακολουθούσε η μελαγχολία, ενίοτε στα όρια της κατάθλιψης. Πάντα όμως, κατάφερνε να βγει από την προσωπική της κόλαση, επιστρατεύοντας τα τεράστια αποθέματα ψυχικής δύναμης, που έκρυβε στο μικροκαμωμένο, καχεκτικό της σώμα. Αντλούσε δύναμη από τον έρωτα, τη μουσική και τους δρόμους του Παρισιού... από τους ίδιους δρόμους που της είχαν ρουφήξει το μεδούλι. Αυτές οι εκπληκτικές εξάρσεις ζωτικότητας, θα την χαρακτηρίσουν σ' όλη της τη ζωή και θα την ωθήσουν στο καλλιτεχνικό της πεπρωμένο. Σε τέτοιες περιόδους, προσπαθούσε πάντα να βελτιώνει το ρεπερτόριό της. Μάθαινε ξένες γλώσσες, για να μπορεί να διασκευάζει τα τραγούδια της και να μεταφράζει τους σημαντικούς συγγραφείς και ποιητές της εποχής της, διάβαζε με μανία, έγραφε στίχους, πήγαινε στον κινηματογράφο (...λάτρευε τη φιγούρα του Σαρλώ, που ένιωθε πως την περιέγραφε τέλεια. Έκλαιγε στις ταινίες του Τσάπλιν, κάτι που τις το ανταπέδωσε εκείνος, όταν την άκουσε σε μια από τις περιοδείες της στη Νέα Υόρκη) μελετούσε μουσική με το ακορντεόν της, άκουγε όπερα, που τη λάτρευε και δούλευε ατέλειωτες ώρες για να βελτιώσει τη φωνή και την τεχνική της... εκείνες τις δύσκολες ώρες γινόταν επαγγελματίας. Η σχέση της Πιάφ με το χρήμα, ήταν περίεργη και ανάλογη της υπερβολής που τη διέκρινε. Αιτία δεν μπορεί να είναι άλλη, από τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, όσο κι αν η ίδια επέμενε πως ήταν ευτυχισμένα. Απ' τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε από τα πεζοδρόμια στα παλάτια, από τις λάσπες στα βελούδινα χαλιά. Ποιος θα μπορούσε να χειριστεί μια τέτοια αλλαγή χωρίς να "τρελαθεί", για να το κάνει η ίδια ? Από τη στιγμή που ανακαλύπτει πως η φωνή της είναι πραγματικό χρυσορυχείο, καταλήγει στο συμπέρασμα πως χρωστάει τα πάντα στους άλλους και αποφασίζει, αυτό το χρυσάφι της να το μοιράσει... ίσως για να ξορκίσει αυτήν την τύχη, που κάθε φορά που την έπιαναν οι ανασφάλειές της και οι φοβίες της, πίστευε πως δεν την άξιζε. Αυτοί οι άλλοι, δεν ήταν παρά οι κάθε είδους παρατρεχάμενοι που την τριγύριζαν. Οι εκάστοτε εραστές της, κάποια από τα "πουλαίν" της που βοηθούσε να αναδειχθούν, παλιοί, αλλά και νέοι σύντροφοι στα γλέντια και στις κραιπάλες, η ετεροθαλής αδερφή της Μομόν - κατά κάποιους βιογράφους, απλά συνέταιρος στην αλητεία - και γενικά, η αυλή που είχε αρχίσει να δημιουργείται γύρω της, την περίοδο της δόξας. Κατά καιρούς, ανέλαβαν τη διαχείριση των οικονομικών της (λογαριασμούς, ταξίδια, ξενοδοχεία, επαύλεις, γεύματα, δώρα για τους εραστές της και δωρεές σε απόρους και δυστυχισμένους γέροντες και ορφανά του Παρισιού), διάφοροι φίλοι, που τη νοιάζονται πραγματικά και τη συμβούλευαν, προσπαθώντας να την πείσουν να περιορίσει τις σπατάλες, όπως η Αντρέ Μπιγκάρ στα χρόνια του πολέμου, ο Λου Μπαρριέ αργότερα κι ο Σαρλ Αζναβούρ προς το τέλος, που φρόντιζε για τα πάντα... για τις ορχήστρες, για τους τεχνικούς του θεάτρου, για τους φωτισμούς, τις αυλαίες, τα μικρόφωνα κι εκτελούσε ακόμα και χρέη σοφέρ. Τους βασάνιζε με τις παραξενιές της, μέχρι που δεν άντεχαν άλλο και την εγκατέλειπαν κι αυτοί, όπως οι περιστασιακοί εραστές της. Όσους εργάζονταν κοντά της όμως, πάντα τους φρόντιζε σαν δικούς της ανθρώπους. Τους πλήρωνε καλά και με το παραπάνω. Ήταν ικανή να βγει και να τραγουδήσει με πυρετό ή με αβάσταχτους πόνους, πράγμα που πολλές φορές έκανε, για να μη χάσουν το μεροκάματό τους οι μουσικοί και οι ταξιθέτριες. Δεν ήθελε να ξέρει τίποτα για τα χρήματα που έμπαιναν στο σπίτι και πολλές φορές, δεν έπαιρνε χαμπάρι για τα χρήματα που έβγαιναν. Σπαταλούσε ασύδοτα την περιουσία της (κάποια στιγμή, έφτασε να κερδίζει μόνο από τους δίσκους της, περισσότερα από τριάντα εκατομμύρια Γαλλικά φράγκα το χρόνο). Ήθελε να πετάξει από πάνω της τη ρετσινιά του χαμινιού και να κάνει τη μεγάλη και " ρόδινη" ζωή... Des
yeux qui font baiser les miens, Το τραγούδι αυτό μπορεί να το λάτρεψε, όμως ήταν φανερό πως δεν της πήγαινε καθόλου. Η Πιάφ μισούσε πάντα το κατεστημένο και κάθε είδους συμβάσεις. Με τις ερωτικές της περιπέτειες, ήταν σαν να χλεύαζε τα "καθώς πρέπει" ζευγάρια και το χλιαρό κοινό βίο τους. Αραγε, να μισούσε τη ρόδινη ζωή επειδή πραγματικά δεν της πήγαινε ή μήπως επειδή δεν μπόρεσε ποτέ να την αποκτήσει ? Κορόιδευε την κορνιζαρισμένη και ιλουστρασιόν ευτυχία, μολαταύτα την άγγιξε, στο πλευρό ενός παντρεμένου μποξέρ. Για πολύ λίγο όμως... ο αγαπημένος της Μαρσέλ Σερντάν, σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα, πηγαίνοντας στην Αμερική για να την συναντήσει. Ακόμα και γι αυτό, κατηγορούσε τον εαυτό της... της ήταν δύσκολο να τα βάλει με τη μοίρα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή, πίστευε πως μαζί της είχε φερθεί με το γάντι. Ο θάνατος του αγαπημένου της, του πιο αγαπημένου απ' όλους τους εραστές της (ίσως, ακριβώς επειδή τον έχασε για πάντα), τη σημάδεψε... δεν μπόρεσε ποτέ να το ξεπεράσει. Από εκείνη τη στιγμή, μπήκε στο λαβύρινθο των προβλημάτων υγείας και των καταχρήσεων, για να μπορέσει ν' αντέξει και δεν βγήκε ποτέ. Ατυχήματα, χειρουργικές επεμβάσεις, πόνοι στα κόκαλα, στο στομάχι, στο συκώτι και ξανά κατάθλιψη. Τα διεγερτικά και τα ηρεμιστικά δίνουν τη θέση τους στη μορφίνη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, για να μπορεί να τραγουδάει, έπρεπε πρώτα να της κάνουν μια ένεση, για να μην υποφέρει πάνω στη σκηνή από τους φρικτούς της πόνους. Κατάκοπη, τσακισμένη και παραμορφωμένη, ζητούσε να σηκωθεί και να συνεχίσει... έτσι έκανε πάντα κι ο αγαπημένος της στο ρινγκ και πίστευε πως από εκεί που ήταν, θα ήθελε να την βλέπει να κάνει το ίδιο. Το τραγούδι ήταν το μόνο πράγμα στον κόσμο, που της είχε απομείνει. Όταν δεν σκοτωνόταν στη δουλειά, υπέφερε σαν κολασμένη. Δε ζητούσε τίποτ' άλλο... με τη δουλειά, είχε μάθει να ξορκίζει τα πάντα. Ο μαζοχισμός της, μονάχα με τον περφεξιονισμό της μπορούσε να συγκριθεί. Με την εργατικότητά της, την εξυπνάδα και το ταλέντο της, κατάφερε να κατακτήσει και την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, που στην αρχή της αντιστάθηκε σθεναρά... άλλη γλώσσα, άλλη κουλτούρα, άλλα πρότυπα και όνειρα. Οι αστέρες του Χόλυγουντ είχαν εθίσει το αμερικάνικο κοινό σε λαμπερά θεάματα, με πολυμελή μπαλέτα, φανταχτερές τουαλέτες και αψεγάδιαστα σώματα και πρόσωπα. Εκείνη, δεν διέθετε παρουσιαστικό, που θα μπορούσε να λατρέψει ο φακός κι έβγαινε πάντα στη σκηνή μ' ένα απλό και λιτό μαύρο φόρεμα κι όμως, έγινε γι αυτούς "η βασίλισσα Πιάφ". Το μόνο που πρόσθεσε και δεν έβγαλε από πάνω της έκτοτε, ήταν ένας σταυρός, πολύτιμο δώρο της Μάρλεν Ντίντριχ, που βρέθηκε στη Νέα Υόρκη για να την ακούσει. Πολυτιμότερη όμως, αποδείχτηκε η φιλία που αναπτύχθηκε σχεδόν αμέσως μετά τη γνωριμία τους και κράτησε μέχρι το τέλος... τόσο διαφορετικές κι όμως, τόσο ίδιες. Η Ντίντριχ, ο Σαρλ Αζναβούρ κι ο μικρός Τεό (ο Έλληνας, που τον αποκαλούσε Sarapo... με Γαλλική προφορά) ο τελευταίος της έρωτας, ήταν και οι μόνοι από τους λιγοστούς πραγματικούς της φίλους, ανάμεσα στο πλήθος που την αποχαιρέτησε. Είχε αρχίσει κι εκείνη άλλωστε, να τους αποχαιρετά έναν έναν... το μοναδικό παιδί που απέκτησε, τον πατέρα της, τον μέντορά της Λουί Λεπλέ, το Σερντάν, τη Μαργκαρίτ Μοννό δυό χρόνια νωρίτερα και τελευταίο, τον αγαπημένο της φίλο Ζαν Κοκτώ, που πέθανε την ίδια μέρα, κάτι που σίγουρα και οι δυο, θα το θεωρούσαν "σημάδι της μοίρας". Η πορεία της Πιάφ στο καλλιτεχνικό στερέωμα, μολονότι ξέφρενη και ραγδαία ανοδική, δε στηρίχτηκε ποτέ στην προσποίηση, στο ψέμα, στη μόδα ή στην τύχη. Ο τύπος και τ' άλλα μέσα, που ασχολήθηκαν για πολλά χρόνια μαζί της, δεν της φέρθηκαν πάντα με τον καλύτερο τρόπο... δεν ήταν άλλωστε, ένα κατασκευασμένο είδωλο, γι αυτό και δεν έχαναν ευκαιρία να ξεσκίσουν το μύθο της. Πλήρωσε το τίμημα της δόξας, μ' ένα απίστευτο κουράγιο και κανένας δεν μπόρεσε να τη βγάλει απ' τις καρδιές του κόσμου, που τη λάτρευε. Η μοίρα, σημάδεψε την Πιάφ μόνο στα παιδικά της χρόνια. Ύστερα, αυτή η ίδια έγινε η μοίρα της. Κι όταν, λίγο πριν ξεψυχήσει, είπε στη νοσοκόμα που τη φρόντιζε "τις πληρώνω ακριβά τις μαλακίες μου" ίσως και να είχε δίκιο. # Vermint # *** Αμέτρητα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, στον Κόντρα Παπαφίγκο, για την πολύτιμη βοήθειά του. Χρήσιμες πληροφορίες, θα βρείτε επίσης στη σελίδα : http://www.little-sparrow.co.uk/ Ένα πολύ καλογραμμένο κείμενο για την Έντιθ Πιάφ, στην ιστοσελίδα ΠΕΡΙ ΓΡΑΦΗΣ Σύντομο βιογραφικό της, στo el.wikipedia.org
|
|||||||||||||
| ||||||||||||||